
Μάνα η νιότη γέρασε νωρίς μες στην καρδιά μου,
όλο μιλά για θάνατο η σκέψη μου θολή
και πια δεν είναι βολετό, μηδέ στη φαντασιά μου,
τ' αλλοτινό χαμόγελο στα χείλια μου να 'ρθεί.
Θυμάσαι που καθόμουνα αντίκρυ στ' αμμογιάλι
με τη ματιά ολόγεμη ξεσκλίδια φεγγαριού;
Νεράιδες τα μπράτσα τους μου δίναν προσκεφάλι,
ιππότες και ρηγόπουλα διαφέντευαν το νου.
Ήμουν παιδί. Καμάρωνες κι εγώ κρατούσα πάντα
ελπίδες και συνήθιζα στ' αστέρια να μιλώ.
Θυμάσαι μάνα; Τώρα πια τ' ονείρου η γιρλάντα
θανάτου βρόγχος έγινε. Μου σφίγγει το λαιμό.
Μάνα μου δεν ελπίζω πια. Η ώρα που σιμώνει
δεν έχει ήλιο, χάνεται στη λύπη της βροχής.
Στο χέρι πήρε ο καημός του νου μου το τιμόνι,
με σέρνει για τα πέλαγα που δεν υπάρχει γης.
Μάνα μισεύει τ' όνειρο μαζί με τη χαρά μου.
Μου 'χει σκοτώσει η ζωή τη σκέψη της ζωής.
Μου μένουνε οι θύμησες και κάπου κει, βαθιά μου,
πικρό σημάδι άσβηστο, τ' αχνάρι μιας πληγής.
Μάνα ο κόσμος πέθανε, ο κόσμος που 'χα χτίσει
στο πιο τρελό μου όνειρο από μικρό παιδί.
Μάνα ο κόσμος πέθανε. Μπάρκαρα για τη δύση
με τη γαλέρα που 'στριψε την πλώρη στη σιωπή.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου