Καλωσήρθατε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα του Διάττοντα Αβρού. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε έργα του ίδιου (οι ποιητικές συλλογές αναφέρονται στη δεξιά πλευρική στήλη) αλλά και άλλων δημιουργών. Σε περίπτωση που θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί του (π.χ. για να πείτε απλά τη γνώμη σας ή για να δημοσιεύσετε κάποιο κείμενό σας), μπορείτε να συμπληρώσετε τη φόρμα επικοινωνίας στη οριζόντια μπάρα του μενού ή να στείλετε μήνυμα στο e-mail που αναγράφεται δεξιά. Καλές σας αναγνώσεις...

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Γιώργος Σταυρόπουλος - Μια Χειμωνιάτικη Ώρα

Ο Γιώργος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1898 κι ήταν το νεώτερο παιδί απ' τα πέντε παιδιά του Θεόδωρου Σταυρόπουλου που επέζησαν. Φοίτησε επί τέσσερα χρόνια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν έδωσε τελικά εξετάσεις για να αποκτήσει το πτυχίο. Το 1917 μπήκε στο δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο, όπου υπηρέτησε ως το 1954 κι έφυγε με το βαθμό του διευθυντού β'. Το Νοέμβριο του 1969 αρρώστησε ξαφνικά και, πριν συμπληρωθούν τρεις μέρες, πέθανε τα ξημερώματα της 30ής Νοεμβρίου 1969.

Έγραφε στίχους από μαθητής. Στα ελληνικά γράμματα πρωτοεμφανίστηκε ως ποιητής το 1918 απ' τις σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού "Βωμός" και συνέχισε να δημοσιεύει εργασίες του στα λογοτεχνικά περιοδικά εκείνης της εποχής: "Λύρα" (1918-1919), "Μούσα" (1920-1922), "Νουμά" (1923-1930) κ. ά. Απ' το 1935 ως το 1969 συνεργάστηκε με τη "Νέα Εστία" δημοσιεύοντας ποιήματα, μεταφράσεις Γάλλων ποιητών και κυρίως του Μορεάς, μελέτες και δοκίμια. Παράλληλα συνεργαζόταν και με άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Επίσης δημοσίευσε, κυρίως σ' εφημερίδες του Πειραιά, χρονογραφήματα, κριτικές επιφυλλίδες κι αισθητικά κι ιστορικά άρθρα... Συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση...

Μια Χειμωνιάτικη Ώρα

Δε λάμπουνε ούτε φύλλα, ούτε νερά.
Άχρωμοι απόψε οι κάμποι είναι ως τα βάθη.
Ούτε κι η σκέψη απόψε έχει φτερά
κι ότι κι αν τη φλόγιζε, έσβησε κι εχάθη.

Ούτε η βαθιά μου ερωτική χαρά
σκιρτά στα σπλάχνα. Μέσα μου ότι εστάθη
πηγή δακρύων, κι ότι μια φορά
μού κόστισαν τ' ανθρώπινά μου λάθη

σβήσαν όλα μες στον απέραντο χρόνο.
Ούτε στιγμή απ' τον έρωτα, απ' τον πόνο
δε μπόρεσε η ψυχή μου να κρατήσει.

Τι κι αν υπάρχουν όλα; Ότι μας δένει
στον έρωτα, τη φύση ότι ομορφαίνει,
φλόγα είναι της ψυχής κι αλίμονο όταν σβήσει!

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Ναυσικά Γεωργοπούλου - Απουσία










Ο κόσμος μίκρυνε χωρίς εσένα.
Κάποτε μου ονομάτιζες αστέρια
κι άπλωνα το βλέμμα μου ως εκεί.
Τώρα με το κεφάλι σκυφτό μετρώ τα βήματά μου
τα όριά μου μίκρυναν τόσο πολύ,
ορίζοντας είναι ο τόπος που πατώ:
ένα μικρό τετράγωνο,
σκύβω και βρίσκω την απουσία
που αντί ν' ανοίξει το χώρο
τον στενεύει
το κενό: βάρος ασήκωτο,
η λύπη του τίποτα.


(απ' την Ποιητική Συλλογή "Μη Απειλούμενον Είδος", το 1993)

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Ναυσικά Γεωργοπούλου - Σπασμένο Φεγγάρι










Έσπασα το φεγγάρι.
Τώρα με θλίψη προσπαθώ
να συγκολλήσω τα κομμάτια,
να το ξαναφτιάξω καινούργιο.
Στον αντικατοπτρισμό της ρυτιδωμένης λίμνης
τα κομμάτια τρεμουλιάζουν,
το φεγγάρι δεν ξανακολλιέται
τα θρύψαλα είναι κομμάτια πάγου
που τα δάχτυλα δεν μπορούν να κρατήσουν.


(απ' την Ποιητική Συλλογή "Μη Απειλούμενον Είδος", το 1993)

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Ναυσικά Γεωργοπούλου - Γραμμή Μη Υπάρξεως










Κι όμως πέρασ' απ' εδώ.
Περπατώντας στην ακροθαλασσιά
έφτασα στο τέλος της παραλίας
πίσω μου βήματα δεν υπήρχαν
μόνο μια γραμμή εκεί που σπάει το κύμα.
Κι όταν ξεκίνησα να γυρίσω
πάλι πίσω μου δε βρέθηκαν ίχνη
επαναλαμβανόμενες κινήσεις εις το διηνεκές
απλωμένες μέρες πάνω στα χρόνια
γραμμή συνεχόμενη
ούτε ένα αναγνωρίσιμο σημείο
γραμμή καρδιογραφήματος ζωντανού
μη υπαρκτού προσώπου.


(απ' την Ποιητική Συλλογή "Μη Απειλούμενον Είδος", το 1993)

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

Μάκης Γαλάτης - Άπνοια










Άψυχο παίζει με τα ξάρτια το πανί
και μάταια προσμένω κάποιο θάμα.
Της άπνοιας που μ' έζωσε το κάμα
φλογίζει χρόνια τώρα το κορμί.

Ανώφελ' αγρυπνάει η ματιά
στη βάρδια της ελπίδας θαμπωμένη
κι η προσμονή ανώφελα πληθαίνει.
Το νιώθω για ελπίδες είν' αργά.

Δίχως να φέρει κάτι νέο στην ψυχή,
το αύριο θα 'ρθεί και θα περάσει.
Η νιότη μου άλλο λίγο θα γεράσει
στης νιότης σκλαβωμένη το κελί.

Το αύριο θα 'ρθεί και σαν το χτες
κοιτώντας με "τας χείρας του θα νείψει".
Ο κόσμος μου πεθαίνει από θλίψη,
τους ήχους σφιχτοδένουνε σιωπές.

Οι μέρες όμοιες φεύγουν στη σειρά.
Το ρώτημά μου ακούνε μα σωπαίνουν
κι οι άνεμοι πριν φτάσουνε πεθαίνουν.
Για όνειρα, το ξέρω, είν' αργά...

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Μάκης Γαλάτης - Εξομολόγηση










Μάνα η νιότη γέρασε νωρίς μες στην καρδιά μου,
όλο μιλά για θάνατο η σκέψη μου θολή
και πια δεν είναι βολετό, μηδέ στη φαντασιά μου,
τ' αλλοτινό χαμόγελο στα χείλια μου να 'ρθεί.

Θυμάσαι που καθόμουνα αντίκρυ στ' αμμογιάλι
με τη ματιά ολόγεμη ξεσκλίδια φεγγαριού;
Νεράιδες τα μπράτσα τους μου δίναν προσκεφάλι,
ιππότες και ρηγόπουλα διαφέντευαν το νου.

Ήμουν παιδί. Καμάρωνες κι εγώ κρατούσα πάντα
ελπίδες και συνήθιζα στ' αστέρια να μιλώ.
Θυμάσαι μάνα; Τώρα πια τ' ονείρου η γιρλάντα
θανάτου βρόγχος έγινε. Μου σφίγγει το λαιμό.

Μάνα μου δεν ελπίζω πια. Η ώρα που σιμώνει
δεν έχει ήλιο, χάνεται στη λύπη της βροχής.
Στο χέρι πήρε ο καημός του νου μου το τιμόνι,
με σέρνει για τα πέλαγα που δεν υπάρχει γης.

Μάνα μισεύει τ' όνειρο μαζί με τη χαρά μου.
Μου 'χει σκοτώσει η ζωή τη σκέψη της ζωής.
Μου μένουνε οι θύμησες και κάπου κει, βαθιά μου,
πικρό σημάδι άσβηστο, τ' αχνάρι μιας πληγής.

Μάνα ο κόσμος πέθανε, ο κόσμος που 'χα χτίσει
στο πιο τρελό μου όνειρο από μικρό παιδί.
Μάνα ο κόσμος πέθανε. Μπάρκαρα για τη δύση
με τη γαλέρα που 'στριψε την πλώρη στη σιωπή.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος - Καρυωτάκης

Ο Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος (23 Οκτωβρίου 1901 – 17 Απριλίου 1982) ήταν σημαντικός Έλληνας συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ποιητής και κριτικός του 20ου αιώνα. Ανάπτυξε επίσης πλούσια εκπαιδευτική και πολιτισμική δράση, ενώ ασχολήθηκε ακόμα και με την πολιτική...

Για το ποίημα που επέλεξα να του παρουσιάσω (φέρει τον τίτλο "Καρυωτάκης"), δε νομίζω πως χρειάζεται να πω περισσότερα! Σημειώνω μόνο πως δημοσιεύτηκε στο Λογοτεχνικό Περιοδικό "Νέα Εστία" το 1928...

Καρυωτάκης

Έφυγες. Μένει η πόρτα ανοιχτή
καταντίκρυ στα ερέβη της αβύσσου.
Πίκρα και κούραση όλη σου η ζωή.
Η ποίηση; Ασχολία περιττή.
Κάθε προσπάθεια, τρέκλισμα μεθύσου.

Όλα χαμένα. Αργός απαυδημός
μαστιγώνει το νου, βαθιά πληγώνει
την άθλια σάρκα. Δίβουλος εχθρός -
γελοία φρεναπάτη ο στοχασμός,
ξεσκίζει και χτυπά και φαρμακώνει.

Κι ύστερα; Τίποτε. Άσκοπη φυγή,
άδεια από νόημα κι άγονη εφροσύνη.
Δίψα θανάτου μάς καταπονεί.
Η γη, πεζή φροντίδα. Κι οι ουρανοί -
χλεύη, που την οργή μας παροξύνει.
 
Free Joomla TemplatesFree Blogger TemplatesFree Website TemplatesFreethemes4all.comFree CSS TemplatesFree Wordpress ThemesFree Wordpress Themes TemplatesFree CSS Templates dreamweaverSEO Design