Καλωσήρθατε στη λογοτεχνική ιστοσελίδα του Διάττοντα Αβρού. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε έργα του ίδιου (οι ποιητικές συλλογές αναφέρονται στη δεξιά πλευρική στήλη) αλλά και άλλων δημιουργών. Σε περίπτωση που θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί του (π.χ. για να πείτε απλά τη γνώμη σας ή για να δημοσιεύσετε κάποιο κείμενό σας), μπορείτε να συμπληρώσετε τη φόρμα επικοινωνίας στη οριζόντια μπάρα του μενού ή να στείλετε μήνυμα στο e-mail που αναγράφεται δεξιά. Καλές σας αναγνώσεις...

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Η Ποίηση Θρηνεί Για Το Χαμό Του Αργύρη Χιόνη (ανήμερα των Χριστουγέννων)!

Ο Αργύρης Χιόνης "έφυγε" ακριβώς τη μέρα της γιορτής των Χριστουγέννων, καθώς τον πρόδωσε η καρδιά του (ανακοπή)... Η Ποίηση άρχισε ήδη να χάνει ένα ένα τα ύστατα στηρίγματά της. Σε λίγο καιρό πια θα γίνεται λόγος για μια έκφραση Τέχνης παραδοσιακή, ιστορική, χωρίς ενεργούς εκπροσώπους...

Ο Ποιητής γεννήθηκε στις 22 Απρίλη του 1943 στην Αθήνα (περιοχή Σεπολίων), από γονείς νησιώτες, εσωτερικούς μετανάστες. Στα δεκατέσσερά του, άρχισε να γράφει ποιήματα σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο, μιμούμενος τις μαντινάδες και τα αποσπάσματα απ' τον Ερωτόκριτο, που η Κρητικιά μητέρα του τραγουδούσε. Μπήκε πολύ νωρίς στη βιοπάλη γι’ αυτό τελείωσε Νυχτερινό Γυμνάσιο (2ο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αθηνών).

Εμφανίστηκε στα γράμματα με ποιήματα που δημοσίευσε το 1963 στο περιοδικό Δωδέκατη Ώρα και το 1964 στη Νέα Εστία. Το 1966, σε ηλικία 23 ετών, εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή (Απόπειρες φωτός). Το 1967, λίγο μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, έφυγε στο εξωτερικό. Πρώτος σταθμός ήταν το Παρίσι όπου, εργαζόμενος σκληρά για το βιοπορισμό (ως λαντζιέρης, φορτοεκφορτωτής κλπ.), ξεκίνησε να παρακολουθεί βραδινά μαθήματα γαλλικών. Στις αρχές του 1968, ποιήματά του μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν σε έγκυρα ολλανδικά λογοτεχνικά περιοδικά. Λίγο μετά τα γεγονότα του Μάη του ’68, ένα ζευγάρι φιλελλήνων, η μεταφράστριά του Maria Blijstra κι ο σύζυγός της συγγραφέας Rein Blijstra, επισκέφθηκαν το Παρίσι για ένα λογοτεχνικό συνέδριο, οπότε και συναντήθηκαν για πρώτη φορά μαζί του και τον προσκάλεσαν στο Άμστερνταμ.

Στο σπίτι των Blijstra, γνωρίστηκε με τον ελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου Arnold Van Gemert και την ελληνίδα γυναίκα του, που του πρότειναν να εγκατασταθεί στην Ολλανδία υποσχόμενοι να του βρουν εκεί δουλειά. Επέστρεψε στο Παρίσι και λίγους μήνες αργότερα πήρε μήνυμα από Ολλανδία ότι βρέθηκε δουλειά σ' έναν εκδότη κλασικών κειμένων, οπότε έφυγε πάλι για το Άμστερνταμ. Στο Άμστερνταμ έζησε τα επόμενα οκτώμισι χρόνια. Στην αρχή δούλεψε σκληρά, τόσο για το βιοπορισμό όσο και για την εκμάθηση της γλώσσας. Του χορηγήθηκε υποτροφία για γράψιμο απ' την Εταιρεία Συγγραφέων, έγινε δεκτός στους λογοτεχνικούς κύκλους κι απέκτησε πρόσβαση στα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο εξωτερικό εκδόθηκαν δύο βιβλία του (Σχήματα Απουσίας και Μεταμορφώσεις) και βραβεύτηκαν δύο θεατρικά έργα του (Ο Ρήτορας και Αυτός Εκτός και Εντός Του Κουστουμιού Του), σε διαγωνισμό που είχαν προκηρύξει για τις Κάτω Χώρες ο θεατρικός οργανισμός Sater και το λογοτεχνικό περιοδικό Soma, το 1971. Διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών στο Λαϊκό Πανεπιστήμιο και παράλληλα εγγράφηκε, με κρατική υποτροφία, στη Σχολή Ιταλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

Το 1977 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου δούλεψε ως μεταφραστής, συνέγραψε μια σειρά παιδικών εκπομπών για το ραδιόφωνο κι έκανε ένα ταξίδι στις ΗΠΑ, εκπροσωπώντας την Ελλάδα στο ετήσιο Διεθνές Συγγραφικό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Iowa. Το 1982 προσλήφθηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το 1992 παραιτήθηκε απ' τη θέση αυτή κι αποσύρθηκε στο Θροφαρί, ένα μικρό χωριό της ορεινής Κορινθίας, όπου ασχολήθηκε ως το τέλος της ζωής του μόνο με την καλλιέργεια της γης και.. της Ποίησης. Ποιήματα και πεζογραφήματά του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σερβοκροατικά και ρουμάνικα. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων... Με τον Αργύρη Χιόνη θα συνεχίσουμε και στην επόμενη ανάρτηση...

Κάποιος Βρήκε, Κάποτε, Του Θανάτου Το Αντίδοτο
(απ' την Ποιητική Συλλογή "Εσωτικά Τοπία", 1991)

Κάποιος βρήκε, κάποτε, του Θανάτου το αντίδοτο και σταμάτησε να πεθαίνει. Αιώνες, τώρα, κάθεται σε μια γωνιά του κόσμου, και κοιτά να 'ρχονται και να φεύγουν οι γενιές, βλέπει πολιτισμούς καινούργιους να γεννιούνται, να γερνούν και να πεθαίνουν.

Είν' ευτυχής, ή μάλλον, δεν είναι δυστυχής. Λιγάκι κουρασμένος, ίσως. Η μνήμη του είναι μεγάλη και βαριά σαν την ιστορία. Το χειρότερο είναι ότι πλήττει. Έχει φάει κι έχει πιει ότι εφηύρε του ανθρώπου η λαιμαργία, έχει παίξει όλα τα παιχνίδια, έχει γνώση όλης της γνώσης, έχει ερωτευτεί όλον τον έρωτα, τίποτε δεν έχει πια να κάνει. Κάθεται εκεί, σε μια γωνιά του κόσμου και κοιτά τον ήλιο και τ' αστέρια να γερνάνε και να γέρνουν προς το τέλος τους. Κάθεται εκεί κι αναρωτιέται μήπως θα 'πρεπε ν' αρχίσει της ζωής ν' αναζητάει το αντίδοτο.
 
Free Joomla TemplatesFree Blogger TemplatesFree Website TemplatesFreethemes4all.comFree CSS TemplatesFree Wordpress ThemesFree Wordpress Themes TemplatesFree CSS Templates dreamweaverSEO Design