Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου, ιδιαίτερη όμως ήταν η επίδοσή του στο δοκίμιο και την κριτική. Το σύνολο του έργου του χαρακτηρίζεται από τη συναισθηματική του λεπτότητα, το στοχαστικό του βάθος, το μουσικό του τόνο καθώς κι απ' τη λιτότητα κι απλότητα της ελληνικής επαρχίας, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο τοπίο της Ευρυτανίας.
Έργα του είναι: Πολεμικά τραγούδια (1897), Τα ψηλά βουνά (1918 - χρησιμοποιήθηκε ως αναγνωστικό βιβλίο του κράτους για τα Δημοτικά Σχολεία), Χελιδόνια (1920 - παιδικά ποιήματα), Πεζοί ρυθμοί (1923 πεζά ποιήματα), Διηγήματα (1927), Όρκος του πεθαμένου (1929), Νεοελληνικά Αναγνώσματα (1931 - για την Α' τάξη των Γυμνασίων), Θεία Δώρα (1932).
Μετά το θάνατο του έγινε μια σημαντική προσπάθεια να συγκεντρωθεί και να εκδοθεί το υπόλοιπο έργο του (κριτικά άρθρα, μελέτες, δημοσιεύσεις, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις κ.α.) αλλά, δυστυχώς, μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ακόμα διασκορπισμένο και κατ' επέκτασιν ανέκδοτο.
Λυπημένα Δειλινά
Στης γειτονιάς της φτωχικής
Γυρίζει ο νους μου τα στενά,
Τα λυπημένα δειλινά
Στοχάζομαι της Κυριακής.
Μέσα στην κόκκινη αντηλιά
Το μαραμένο θηλυκό
Δίχως ελπίδα και μιλιά
Ποτίζει το βασιλικό.
Κανείς διαβάτης δεν περνά
Κανένα αυτή δεν καρτερεί
Που στο μπαλκόνι ορθή φορεί
Το γιορτινό της το γκρενά.
Σα μοίρα κάθεται μια γριά.
Στο φως μιας πόρτας ρημαδιού
Μακραίνει ο ίσκιος του παιδιού...
Καμπάνα ακούγεται μακριά.
Στο σύννεφο το βυσινί
Θα πέσει ο ήλιος να κρυφτεί.
Ψαλμός ακούγεται η φωνή
Του τελευταίου πραματευτή.
Όλα σταμάτησαν εκεί.
Αργεί πολύ να 'ρθεί η βραδιά...
Πως έχω την ψυχή βαριά
Το δειλινό την Κυριακή.